Παρασκευή, 25 Μαρτίου 2011

Οι άνθρωποι της πόλης

Ένας Γεράκος καθόταν στο σταθμό ενός τρένου και περνούσε την ώρα του καπνίζοντας και χαζεύοντας τους περαστικούς.

Κάποια μέρα επειδή είχε ευγενικό και προσιτό βλέμμα, τον πλησιάζει ένας ταξιδιώτης και τον ρωτά : "Πως είναι οι άνθρωποι στην πόλη σας, γιατί είμαι καινούριος εδώ και θα ήθελα να ξέρω την νοοτροπία του τόπου αυτού"?

Ο Γεράκος τον κοίταξε και τον ρώτησε : "Πως ήταν οι άνθρωποι από εκεί που έφυγες?"

Ο Ταξιδιώτης του απαντά : "Αφήστε τα. Ήταν ανταγωνιστικοί – σκληροί – άκαρδοι – υλιστές – δεν μπορούσα να εμπιστευτώ κανέναν".

"Και εδώ έτσι είναι", του απαντά ο Γεράκος.

Ο Ταξιδιώτης έφυγε απογοητευμένος. Ενας άλλος ταξιδιώτης είδε την σκηνή παρόλο που δεν άκουγε την συζήτηση και αισθάνθηκε και αυτός ότι μπορούσε να ρωτήσει τον ηλικιωμένο αυτό κύριο.

Και αυτόν τον βασάνιζε το ίδιο ερώτημα : "Πως είναι οι άνθρωποι στην πόλη σας?" και αυτός πήρε την ίδια απάντηση : "Πως ήταν οι άνθρωποι απο εκεί που έφυγες?"

Αυτός απάντησε : "Αχ, μην μου τα θυμίζετε. Τι καλούς φίλους άφησα εκεί! Πόσο με αγαπούσαν! Όλοι έκλαιγαν όταν αποχαιρετιόμασταν, αλλά δεν μπορούσε να γίνει διαφορετικά. Επρεπε να φύγω για ένα διάστημα".

"Μην ανησυχείς παιδί μου του", απαντάει ο Γεράκος "και εδώ ΕΤΣΙ ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ….. και εδώ θα σε αγαπήσουν θα σε στηρίξουν και θα κλάψουν με σένα!!!!"

Το ηθικό δίδαγμα; Όπως πάντα δικό σας!

Δευτέρα, 7 Μαρτίου 2011

Ο εγγονός και ο παππούς!


Κάποτε ήταν ένας άντρας που αγωνίστηκε, έκανε οικογένεια, απέκτησε ένα γιο, έχασε τη γυναίκα του, και περνώντας τα χρόνια, έγινε ένας καλός γεράκος.
Το βιος του πέρασε στα χέρια του γιου του, που με τη σειρά του, έκανε τη δική του οικογένεια, και απέκτησε κι αυτός ένα γιο.
Έμεναν όλοι μαζί σε ένα μεγάλο σπίτι, και ο παππούς με τον εγγονό ανέπτυξαν μια ιδιαίτερη σχέση. Όσο περνούσαν τα χρόνια ο εγγονός είχε και έδειχνε μεγάλη αγάπη στο παππού του.
Ο πατέρας του είχε το μυαλό του διαρκώς στη δουλειά, και στο πως να βγάζει όλο και περισσότερα χρήματα. Περνούσε όλο και λιγότερο χρόνο, με το παιδί του, και αδιαφορούσε για την ύπαρξη του πατέρα του. Για την ακρίβεια, αν τύχαινε και ο κακομοίρης γεράκος αρρώσταινε, έδειχνε και ενόχληση γιατί του χαλούσε την ησυχία του.
Η γυναίκα του, που ταίριαζε στις απόψεις μαζί του, ''έβαζε κι αυτή το χεράκι'' της.
-Κι αυτός ο πατέρας σου, που θέλει συνεχώς κάποιον να τον προσέχει. Και δεν μπορώ να κάνω τις δουλειές μου.
Όλο τέτοια έλεγε, που όμως έβρισκαν σύμφωνο και τον άντρα της.
Στην πραγματικότητα το μόνο άτομο που έδειχνε στο παππού φροντίδα και στοργή ήταν ο εγγονός, που τώρα ήταν ένα νέο παλικαράκι.
Μια μέρα ο πατέρας πήρε την απόφαση, να ελευθερώσει τη ζωή του από το βραχνά του γέρου πατέρα του, και μαζί με τη γυναίκα του, αποφάσισε να τον βάλει σε ένα μέρος που έβαζαν τους γέρους που ήταν μόνοι στη ζωή, ή δεν τους ήθελε η οικογένεια τους.
Επειδή όμως δεν ήθελε να σπαταλήσει χρόνο ούτε και γι' αυτό, φώναξε το γιο του και του είπε:
-Είσαι μεγάλος άντρας πια, και θέλω να σου αναθέσω μια δουλειά.
-Ότι θες πατέρα, απάντησε το παλικάρι.
-Όπως καταλαβαίνεις, ο παππούς σου μεγάλωσε και δεν είναι δυνατό να τον φροντίζουμε εμείς.
Έχουμε τη ζωή μας και τις δουλειές μας, και ο χρόνος είναι χρήμα, θα πρέπει να κυλά η ζωή μας χωρίς περιττά εμπόδια. Το καλύτερο που έχουμε να κάνουμε είναι να πάμε το παππού σου σε ένα μέρος για μεγάλους στην ηλικία ανθρώπους. Ένα μέρος στο οποίο έχει θέση ένας γέρος.
Το παιδί στενοχωρήθηκε πολύ. Ο πατέρας του όμως δεν είχε συνηθίσει να του φέρνουν αντιρρήσεις, κι έτσι το παιδί δε μίλησε, μα πικράθηκε πολύ.
Δε μπόρεσε να κοιμηθεί όλη νύχτα, και έκλαψε πικρά στο μαξιλάρι του, για τον αγαπημένο του παππού που θα τον αποχωριζόταν την άλλη μέρα.
Το πρωί ο πατέρας του είχε ετοιμάσει σε μια τσάντα τα λίγα πράγματα του παππού, και του έδωσε και μια κουβέρτα, λέγοντάς του:
-Πάρε αυτή τη κουβέρτα να τον σκεπάσεις γιατί κάνει κρύο.
Το παιδί τη πήρε αμίλητος, τύλιξε με αυτήν το παππού, τον έβαλε στο αμάξι, και ξεκίνησαν. Στο δρόμο, δε μιλούσε καθόλου, αλλά σκεφτόταν συνέχεια, τι θα μπορούσε να κάνει.
Τέλος έφτασαν στο προορισμό τους, βοήθησε το παππού να βγει από το αμάξι, και τον πήγε μέσα στο κτίριο. Τον άφησε εκεί, και αφού τον αποχαιρέτησε με ένα κόμπο στο λαιμό, κατευθύνθηκε προς τη πόρτα. Ξαφνικά κάνει επί τόπου στροφή, πλησιάζει το παππού, κι αφού τον φιλάει στα ροζιασμένα του μάγουλα, του βγάζει τη κουβέρτα, τη διπλώνει και τη παίρνει μαζί του.
Έφτασε στο σπίτι του αργά, μια και στο δρόμο δε βιαζόταν καθόλου.
Ο πατέρας του ήταν ήδη στο σπίτι, και σαν τον είδε τον ρώτησε αν όλα πήγαν καλά.
Το παιδί αποκρίθηκε, πως έκανε ότι του ζήτησε και στη συνέχεια του έδωσε τη διπλωμένη κουβέρτα.
Ο πατέρας ξαφνιάστηκε, και τον ρώτησε:
-Καλά τη κουβέρτα γιατί τη πήρες;
Το παιδί με μεγάλη σοβαρότητα, του απάντησε:
-Κοίταξε πατέρα, το σκέφτηκα και είδα πόσο δίκιο έχεις. Τα πάντα είναι χρήμα, σωστά τα λες.
Σε μερικά χρόνια, θα σε διαδεχθώ στη δουλειά, θα κάνω δικιά μου οικογένεια, και δεν είναι δυνατό να σε έχω εμπόδιο στη ζωή μου. Οπότε η κουβέρτα θα χρειαστεί για να σκεπάσω εσένα την ώρα που θα σε πηγαίνω εκεί που ανήκουν όλοι οι γέροι. Και γιατί να παίρνω καινούργια αφού υπάρχει αυτή;
Ο πατέρας του τα έχασε, και βυθίστηκε σε μια ταραγμένη σιωπή.
Έπειτα από λίγο, του λέει:
Έχεις δίκιο αγόρι μου, κι αν δεν είσαι κουρασμένος, θα ήθελα να έρθεις μαζί μου για να φέρουμε πίσω στο σπίτι το παππού σου.
Το παιδί χαμογέλασε και σηκώθηκε αμέσως.
Πήγαν και έφεραν πίσω το παππού στο σπίτι. Κι όταν τον οδήγησε ο εγγονός του πίσω στο ζεστό του δωμάτιο, δάκρυα κύλησαν από του παππού τα μάτια.
Με τρεμάμενη φωνή ρώτησε τον εγγονό του πως τα κατάφερε;
Κι ο εγγονός του του απάντησε:
-Επειδή γλυκέ μου παππού, κανείς δεν πρέπει να ξεχνά, ότι ποτέ δεν πρέπει να κάνει αυτό που δεν θέλει να του κάνουν. Και γιατί αν υπάρχουμε εμείς σήμερα, είναι γιατί υπήρξες εσύ πριν από εμάς, αγωνίστηκες, κουράστηκες και έδωσες τα χρόνια σου για να μας φροντίσεις.
Τώρα είναι η σειρά μας να σε φροντίσουμε και να σου προσφέρουμε την αγάπη μας!